δεινωτικός

δειν-ωτικός, ή, όν, Rhet.,
A pertaining to

δείνωσις 1

,

ὗλαι Corn.Rh.p.394H.


Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεινωτικός — δεινωτικός, ή, όν (Α) [δείνωσις] αυτός που χρησιμοποιεί δείνωση, που μεγαλοποιεί τα πράγματα …   Dictionary of Greek

  • δεινωτικάς — δεινωτικά̱ς , δεινωτικός pertaining to fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.